Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

o/η roula karamitrou είπε Όσο για τη θάλασσα στο συρματόπλεγμα του πέμπτου... εγώ μόνο ακουστά την έχω... ΚΑΙ δεν είναι χιούμορ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΚΕΙ. θα περιμένω το ποίημα ¨] Σευχαριστώ. 26 Απρίλιος 2008 11¨30 μμ Το προαύλιο. Το χειμώνα του ’63 καν του ’64, που να θυμάμαι τώρα, είχε γίνει μια απεργία. Η λεγόμενη 15%, και σε αυτήν είχαμε πάρει μέρος και εμείς, οι μαθητές. Όχι όλοι βέβαια. Πολλοί καθηγητές δούλεψαν και πήγαν στο μάθημα, αν και γι’ αυτούς γινόταν η απεργία. Τη μέρα εκείνη το προαύλιο ήταν η μόνη του φορά που το θυμάμαι να ζεί μία έντιμη υπολανθάνουσα αναταραχή. Οι συνηθισμένες ομαδοποιήσεις είχαν διαταραχθεί και αλλάξει. Οι συγκεντρώσεις ήσαν τυχαία εγκατασπαρμένες και ανισομερείς. ‘Εκανε κρύο και είχε συννεφιά. Φωνές δεν ακούγονταν και οι προαυλιζόμενοι, δηλαδή εμείς οι ίδιοι, ως μόνη ημιδιαμαρτυρία τους διεκδικούσαν τη σιωπηλή, με σιγανές λακωνικές κουβέντες παρουσία τους στο προαύλιο. Με το ένα πόδι μέσα στις αίθουσες που υπολειτουργούσαν και το άλλο στο δρόμο για το σφαιριστήριο. Ώσπου το προαύλιο άδειασε εντελώς, έμεινε πιο θεόγυμνο και από ότι ανάμεσα στα διαλλείματα, νεκρώθηκε. Η απεργία πέτυχε και μετά από δυο-τρία χρόνια ήρθε η χούντα. Αλέξανδρος Κωνσταντινίδης του Γρηγορίου Τηλεφωνική δήλωση, 4 Μα’ί’ου, 20¨24 ‘’Πολύ όμορφο. Στην περίφραξη, δίπλα στη θάλασσα τσιγάρα που έκανα…’’ Δημήτριος Βασιλείου του Φανουρίου, τα νυν Μανίνι Τηλεφωνική δήλωση, 4 Μα’ί’ου, 21¨12 ‘’Ξερα’ί’λα. Ευτυχώς που είχε τη θάλασσα. Και βαρέθηκα αυτόν τον Βρέζα στα συρματοπλέγματα της θάλασσας να ρομαντζάρει τραγουδώντας νέο κύμα’’. Ποτέ Σπυρίδων Ζερβός του Νικολάου ------------- παύλα -------------------------- Ιωάννης Γιαννούλης του Δημητρίου Γραπτή δήλωση, 4 Μα’ί’ου, 22¨24, ‘’ Το προαύλιο είχε μια χάρη, κάτι ανάμεσα σαν έμπεδο στρατοπέδου και νυχτερινό κήπο που έμπαινε στη θάλασσα’’. Παναγιώτης Θεοδωρίδης του Θεοδώρου Μέσω ασυρμάτου, μπαρκαρισμένος στην ‘’Εσπανιόλα’’ του, 8 Μα’ί’ου, 12¨34 ‘’Τα βραχάκια, τα τσιγάρα, τον Όλυμπο που βλέπαμε’’. Από τη μέρα που αποφοίτησα του ιδρύματος δεν ξαναπάτησα στο προαύλό του. Μάλιστα δεν μπορώ να θυμηθώ καν αυτή την τελευταία μέρα. Για μια στιγμή…. Κάτι με έρχεται στη μνήμη τώρα. Κάτι με κοντομάνικο πουκάμισο, μέρες Ιουλίου. Η σκιερή δροσιά της εσωτερικής μαρμάρινης σκάλας, της ψηλοτάβανης εισόδου. Κάτι σαν φοβισμένη ανυπομονησία. Της τελευταίας μου επίσκεψης, να εγγραφώ στους καταλόγους των εξεταστών. Βέβαια. Τη θυμάμαι τη μέρα. Και οι διάδρομοι, τα θρανία, ξένα και άγνωστα μέσα σε μιά βραδιά. Θυμάμαι. Κατεβαίνοντας τη σκάλα, βγαίνοντας την πόρτα, εισερχόμενος την πόλη, ούτε μία ματιά δεν έριξα, έστεκε αριστερά, για να το δώ. Ή έριξα….? Σαν να με ξαναβλέπω τώρα, μάλλον έστρεψα σαν πιόνι που βιάζεται να φτάσει στο απέναντι τετράγωνο οκτώ, έστρεψα και το είδα, το θυμάμαι. Άδειο. ‘’ Το μυθιστόρημα ‘’ Στις δέκα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια εξήντα τρία είχαμε εξάωρο πρώτη ώρα Καρα’ι’σά θρησκευτικά εκεί που τέλειωνε η αυλή άρχιζε η θάλασσα τον Μάιο με τους ζεστούς καιρούς μετά το εξάωρο κολυμπούσαμε αριστερά σπίτι διόροφο θεμελιωμένο στα αρχαία βράχια μια εξέδρα σκεπαστή έβγαινε όταν πέφταμε στο κύμα ένα κορίτσι και μας κοίταζε στις δέκα Δεκεμβρίου ο Καρα’ι’σάς με εξέτασε και με μηδένισε ήμουνα φλώρος και αγάμητος δύο βραδιές απ’ το κακό μου δεν κοιμήθηκα το ίδιο το απόγεμα με τον Δημόπουλο πήγαμε σινεμά πρίν ανεβούμε στον εξώστη στο Ολύμπιον με κέρασε Αριστοτέλους Τσιμισκή γωνία μία πάστα σοκολατίνα πλήρωσε δύο δραχμές. Κάθε που είχαμε σχολείο το απόγεμα σχολάγαμε με τα σκοτάδια έβλεπα απέναντι πίσω από τη θάλασσα στην άλλη όχθη του μικρού Θερμα’ι’κού ένα φως μόνο του σκέτο όλα αυτά τα χρόνια το έβλεπα ως που τελείωσα για την δεκάτη Δεκεμβρίου δεν εχω άλλα να πώ το φως πέρασαν χρόνια έψαξα το βρήκα στο ανάχωμα της ακτής στην Παλιομάνα στις ρηχονεριές κτήριο μόνο αντλιοστάσιο της Δεή και πίσω ο βουλιαγμένος κάμπος ως τις εκβολές του Αξιού πάντα κλειστό και κλειδωμένο τόπος έρημος νεκρός μου άρεσαν πολύ αυτοί οι τόποι δεν με πρόκοψαν ποτέ όπως το εννοεί ο κόσμος όλες μου τις αγάπες εκδρομές τις έσερνα σε σκουπιδότοπους. Για τον καιρό δεκάτη Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια εξήντα τρία δεν θυμάμαι μάλλον θα είχε συννεφιά κρύο διαπεραστικό όχι Βαρδάρης υγρασία η κρίση με τον Κάστρο και τον Κένεντυ Νοέμβριο πύραυλοι του Χρουτστώφ στην Κούβα όλα μένουν όλες τους συννεφιασμένες μέρες βροχή όχι όλοι αυτοί έχουν πεθάνει είδα χτές τον Δημόπουλο τον αναγνώρισα απ’ τα σουσούμια των κινήσεων από το rock της ομιλίας όλα όσα επάνω μας κολλάνε από την αρχή και μένουν αναλλοίωτα μέχρι το τέλος φρίκη τέλος μου άρεσε πολύ αυτή η χώρα όπου έβγαινε το φώς χρόνια αργότερα την ευχαρίστησα πάντως ‘’Το μυθιστόρημα’’ ο τίτλος είναι κλεμμένος απ’ το ποίημα του Σεφέρη στις δέκα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια εξήντα τρία έλαβε το Νόμπελ . . .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου